Ο Λάμπρος Κουτσονίκας ήταν σπουδαίος Σουλιώτης οπλαρχηγός, αγωνιστής, παρά το νεαρό της ηλικίας του, στην Επανάσταση του 1821, καθώς και ιστοριογράφος του Σουλίου (υπό μία έννοια και της Ηπείρου), των Τουρκαλβανών (δηλαδή, των κοντινών στους Σουλιώτες μουσουλμάνων Σκιπετάρ) και της Ελληνικής Επανάστασης.
Ο Λάμπρος κατά την επανάσταση του 1821 πήρε μέρος ως μπουλουκτσής και διακρίθηκε σε πολλές μάχες στην Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα. Ήταν γιος Σουλιώτη αγωνιστή της ένδοξης φάρας (οικογένειας) Κουτσονίκα, που προσέφερε το αίμα της για την ελευθερία του Σουλίου και της Ελλάδας, μικρότερος αδελφός του Αθανασίου Κουτσονίκα. Ο παππούς του Νικόλαος, ο πατέρας του Γιάννος και ο θείος του Θανάσης έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά στη Μονή του Σέλτζου στο Σούλι, όταν περικυκλώθηκαν από τα στρατεύματα του Αλή Πασά το 1804. Κατά τη μάχη αυτή αιχμαλωτίσθηκε η σύζυγος του φονευθέντος Γιάννου, μαζί με τα μικρά παιδιά της, ένα από τα οποία ήταν και ο Λάμπρος Κουτσονίκας.
Επί Αυγουστίνου Καποδίστρια, το 1831, εντάχθηκε στον τακτικό στρατό, ονομάσθηκε πεντακοσίαρχος και με την έλευση του Βασιλέα Όθωνα κατατάχτηκε στη Βασιλική φάλαγγα από την οποία αποστρατεύθηκε επί Βασιλέως Γεωργίου Α΄. Εξ αυτής της φάρας προέρχονταν και οι αγωνιστές Καραΐσκος Κουτσονίκας, Ιωάννης, Γεώργιος και Χρήστος Κουτσονίκας που συμμετείχαν όλοι ως αξιωματικοί της φάλαγγας.
Πέθανε στις 2 Ιουνίου του 1879 σε βαθιά γεράματα, έχοντας πάρει το βαθμό του Συνταγματάρχη της Φάλαγγας.