Οι Σκοτεινές Όψεις της Ύπαρξης: Από τον Μπρεχτ, στον Σέρμαν και στον Κλάιβ

Η Γεωργία Χάρδα γράφει για το θεατρικό έργο Κλάιβ την κριτική της που δημοσιεύεται στο περιοδικό fractal

Πεθαίνεις. Υπάρχει κάποιος που θέλεις να ειδοποιήσουμε; Δεν έχεις δίπλωμα οδήγησης, δεν έχεις διαβατήριο, δεν έχεις τίποτα. Η γη θα συνεχίσει να γυρίζει. Ο αέρας θα συνεχίσει να φυσάει. Απλά χαλάρωσε. Σκέψου πως είσαι ένας ποντικός στο αυλάκι. Επανέλαβε το εξής μάντρα «Ένας ποντικός πεθαίνει στο αυλάκι. Και λοιπόν; Ένας ποντικός πεθαίνει στο αυλάκι. Και λοιπόν; Ένας ποντικός πεθαίνει στο αυλάκι. Και λοιπόν; Ένας ποντικός πεθαίνει στο αυλάκι. Και λοιπόν;

Για αίτηση άδειας χρήσης μεταφραστικών και συγγραφικών δικαιωμάτων εδώ


Το θεατρικό έργο του Τζόναθαν Μαρκ Σέρμαν, Κλάιβ, αναδύεται σαν μια σκοτεινή, εξομολογητική σκιά του πρώτου έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ, Μπάαλ. Εμπνευσμένο – μα όχι δεσμευμένο – από το πρωτότυπο, μεταφέρει τον παλμό της ιστορίας στο σήμερα, φωτίζοντας με αμείλικτη καθαρότητα τον λαβύρινθο της ψυχής ενός νέου άντρα που ζει έξω από κάθε κανόνα.
Ο Κλάιβ, όπως και ο Μπάαλ, είναι ένας καταραμένος αντιήρωας: μια μορφή που κυνηγά την ένταση και το άγγιγμα του κόσμου όχι για να βρει νόημα, αλλά σαν να παραδίνεται σε μια ακατάπαυστη πτώση. Ένα πλάσμα που καταλύει ό,τι αγγίζει – τον εαυτό του και τους γύρω του – που βυθίζεται σε μια πορεία αδιάκοπης αυτοκαταστροφής και ωμής αδιαφορίας για τους άλλους.

Η εικόνα του ποντικού, μικρή, ασήμαντη και αναπόφευκτη, λειτουργεί σαν καθρέφτης της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Κλάιβ, όπως και ο ποντικός, περιφέρεται στον κόσμο χωρίς πραγματικό έλεγχο, χωρίς μόνιμο σκοπό, παρατηρώντας τη ζωή να κυλάει πέρα από αυτόν. Το μάντρα δεν λειτουργεί απλώς ως φράση· είναι ένα φιλοσοφικό νεύμα, μια υπαινικτική ματιά προς τον θεατή: η ζωή είναι αδυσώπητη, η ύπαρξη μικρή, και η γη θα συνεχίσει να γυρίζει ακόμα κι όταν εμείς αποχωρούμε. Σε αυτή την προοπτική, το έργο του Σέρμαν γίνεται περισσότερο από ένα σύγχρονο δράμα· είναι μια βαθιά υπαρξιακή παρατήρηση, όπου ο Κλάιβ, όπως και ο ποντικός στο αυλάκι, ανακαλύπτει την αλήθεια της ανθρώπινης ματαιότητας μέσα από την απλότητα και την αναπόφευκτη φθορά. Η επανάληψη λειτουργεί σαν αναπνοή μέσα στο χάος: ένα σημείο σταθερότητας σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να ελεγχθεί. Κάθε φορά που το επαναλαμβάνει, ο Κλάιβ συνειδητοποιεί τη μικρότητα των δικών του ανησυχιών, την αδυναμία του να επηρεάσει τις τεράστιες δυνάμεις της ζωής και του χρόνου.

Η εικόνα του ποντικού γίνεται μεταφορά για τη ζωή μας: ασήμαντοι, μικροί, αλλά μέρος ενός συνεχούς κύκλου που δεν εξαρτάται από εμάς. Στο τέλος, το μάντρα δεν είναι θρήνος αλλά αποδοχή…. η ζωή και ο θάνατος είναι απλώς μέρος του κόσμου που συνεχίζει να γυρίζει.

Ο Κλάιβ είναι ο ορισμός του μοντέρνου «καταραμένου». Περιπλανιέται ανάμεσα σε πόλεις, χώρους και σχέσεις, από τη Νέα Υόρκη μέχρι τον Καναδά, με μια ζωή γεμάτη αχαλίνωτη κίνηση και αέναες απογοητεύσεις. Η ψυχολογική του κατάσταση φέρνει στο προσκήνιο τον πυρήνα του Μπρεχτ: την αναζήτηση νοήματος και πληρότητας σε έναν κόσμο που είναι ταυτόχρονα δεσμευτικός και κενός. Παρά την επιθυμία του να νιώσει, να ζήσει, να αγαπήσει ή να δημιουργήσει, ο Κλάιβ παραμένει αναισθητοποιημένος. Το ενδιαφέρον του για τη ζωή είναι ακραίο αλλά κενό· ο πόνος και η ευχαρίστηση δεν τον αγγίζουν πραγματικά. Όπως ο Μπάαλ της νεανικής περιόδου του Μπρεχτ, έτσι και ο Κλάιβ περιφέρεται ανάμεσα σε ανθρώπους και εμπειρίες που καταλήγουν είτε σε πόνο είτε σε απομόνωση, αναζητώντας μια αίσθηση που δεν μπορεί ποτέ να κατακτήσει.

Σοφί: Με φιλάει. Μη. Μη. Δεν έχει ποτέ κανείς…

Κλάιβ : Είσαι παρθένα; Έλα!

Σοφί: Με πηγαίνει στο κρεβάτι.

Κλάιβ: Κορμιά είχα, ένα πρόσωπο θέλω. Είσαι γυναίκα. Εγώ έχω βρομίσει. Πρέπει να με αγαπήσεις. Για ένα διάστημα.

Οι χαρακτήρες γύρω από τον Κλάιβ δεν μιλούν απλώς σαν να αφηγούνται γεγονότα· μιλούν σαν να εκφράζουν τις δικές τους εσωτερικές σκέψεις, σαν μονόλογοι που συχνά αντικατοπτρίζουν την κατάσταση του Κλάιβ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η δράση αποκτά μια διπλή διάσταση: από τη μία βλέπουμε τον Κλάιβ και την αδυναμία του να ελέγξει τη ζωή του, και από την άλλη βιώνουμε την εσωτερική ζωή των γύρω του σε άμεση, ακατέργαστη μορφή.

Αυτό εντείνει την αίσθηση αποξένωσης και ματαιότητας, αφού οι συνομιλητές του δεν είναι απλώς χαρακτήρες σε διάλογο· είναι «φωνές» που μονολογούν για τον κόσμο και τον Κλάιβ μέσα από το δικό τους πρίσμα, με έντονη υποκειμενικότητα. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο δημιουργεί μια αίσθηση κοντινής παρατήρησης αλλά ταυτόχρονα αποστασιοποίησης: βλέπουμε τη ζωή και τον θάνατο να περνούν, αλλά πάντα μέσα από τον προσωπικό φακό των ανθρώπων που τον περιβάλλουν.

Η δομή του έργου, χωρισμένη σε 21 μέρη, λειτουργεί σαν καθρέφτης της διαρκούς μετακίνησης του Κλάιβ ανάμεσα σε καταστάσεις και συναισθήματα. Κάθε επεισόδιο φέρνει στο προσκήνιο διαφορετικές όψεις του χαρακτήρα του: την εγωιστική του σκληρότητα, την αυτοκαταστροφική του τάση, την αδιαφορία του προς τις συνέπειες των πράξεών του. Οι σχέσεις του με τους γύρω – άντρες, γυναίκες, φίλους – δεν τον εξισορροπούν ούτε τον διαμορφώνουν· τους χρησιμοποιεί ως όργανα για την αναζήτηση της δικής του έντασης. Η παρουσία του Ντοκ, σταθερού και λογικού, στέκει απέναντι στον Κλάιβ σαν ένα ισορροπητικό στοιχείο· ο καθρέφτης ενός κόσμου που δεν μπορεί να ακολουθήσει τον ήρωα, χωρίς ωστόσο να τον μεταμορφώνει.

Η σχέση του Κλάιβ με τους άλλους, όπως και στον Μπάαλ, υπογραμμίζει την ένταση ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και τις κοινωνικές δεσμεύσεις. Ο Σέρμαν δεν προσφέρει καμία δικαιολόγηση ή ηρωοποίηση για τη συμπεριφορά του ήρωα· δεν υπάρχει γοητεία στη βία ή τον εγωισμό, παρά μόνο μια αδιάκοπη έκθεση της καταστροφικής φύσης της υπερβολικής αναζήτησης προσωπικής ικανοποίησης. Ο Κλάιβ είναι τόσο αναγκαίος όσο και καταστροφικός· η παρουσία του εκθέτει την κοινωνική ευαισθησία, αλλά η αφήγηση παραμένει αμείλικτη, χωρίς μετριασμό ή συγχώρεση.

Η γλώσσα και ο ρυθμός του έργου ενισχύουν αυτήν την ατμόσφαιρα: οι διάλογοι είναι αιχμηροί, οι σκηνές μεταβαλλόμενες, οι εικόνες εντυπωσιακές στην ωμότητά τους. Οι πράξεις του Κλάιβ, όπως η αυτοκαταστροφή, η βία και η αδιαφορία, παρουσιάζονται με φυσικότητα και αμεσότητα, χωρίς να επιδιώκεται η αισθητική ή η καλλιτεχνική γοητεία. Αυτή η επιλογή συνδέει το έργο με τη «νεανική» μορφή του Μπρεχτ: έναν κόσμο ακατέργαστο, ειλικρινή και έντονο, πριν την πλήρη εμβάθυνση του δημιουργού στο Επικό Θέατρο.

Η σύγχρονη ανάγνωση του ήρωα ως αποξενωμένου, αυτοκαταστροφικού και κοινωνικά επικίνδυνου ανθρώπου αναδεικνύει και τη διαχρονικότητα των θεμάτων του Μπρεχτ. Ο Κλάιβ δεν είναι ένας ήρωας που αξίζει την αποδοχή ή τον θαυμασμό· είναι ένας καθρέφτης της ανθρώπινης εγωκεντρικότητας, της αδυναμίας σύνδεσης και της επιθυμίας να ζήσει κανείς με ένταση, ακόμα κι αν αυτή η ζωή παραμένει κενή. Μέσα από την παρατήρηση των πράξεων και των επιλογών του, ο αναγνώστης καλείται να αναλογιστεί τις δικές του ηθικές στάσεις και τον τρόπο που η κοινωνία αλληλεπιδρά με την ατομική ελευθερία.

Στο σύνολό του, ο Κλάιβ, είναι ένα έργο που αιχμαλωτίζει τον θεατή με την ωμή αλήθεια του, την ένταση της γλώσσας και τη διαχρονική του αναφορά στην ανθρώπινη φύση. Ο Σέρμαν δεν αποφεύγει τις σκοτεινές πτυχές της ύπαρξης· αντίθετα, τις αναδεικνύει με λεπτομέρεια, δημιουργώντας μια εμπειρία έντονη, ενοχλητική και βαθιά λογοτεχνική. Μέσα από τον Κλάιβ, διακρίνουμε την ανθρώπινη ύπαρξη στο γυμνό της περίγραμμα: επιθυμητή, εγωιστική, καταστροφική και μονίμως στραμμένη σε κάποιο απρόσιτο πέρασμα. Το έργο αφήνει το ερώτημα μετέωρο: ποια αξία μπορεί να έχει η ζωή όταν η ένταση είναι το μοναδικό που απομένει να κυνηγηθεί;

Facebook
X
LinkedIn